Main Menu

 

Γιάννης Παπαδημητρίου: Πρότυπο μου ο Μόντσι-Δάσκαλος ο Πανόπουλος.

Οι περισσότεροι πιστεύουμε πως η δουλειά του τεχνικού διευθυντή είναι μόνο όταν έχει μεταγραφική περίοδο. Λάθος. Δεν ψάχνει μόνο τότε για παίκτες και φυσικά έχει και άλλα ζητήματα να λύσει κατά τη διάρκεια της σεζόν. Ζητήσαμε από τον τεχνικό διευθυντή της Ξάνθης, τον Γιάννη Παπαδημητρίου, να μας βάλει λίγο πιο μέσα στη δουλειά του, στα καθήκοντά του, να μας εξηγήσει τι κάνει κάθε μέρα. Και η κουβέντα πήγε σε ένα σωρό θέματα.

Στο πώς επέλεξε τον Λουτσέσκου προ ετών, τι είδε στον Ράσταβατς, τον δάσκαλο Πανόπουλο, πώς έμεινε τελικά στην ομάδα 22 χρόνια, αφού πήγε ως νεαρός μπακ και από το 2010 έγινε τεχνικός διευθυντής και ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Πανόπουλου. Μιλάει για το πρότυπό του και αν είναι έτοιμος για το επόμενο βήμα στην καριέρα του.

Συγκροτημένη σκέψη, καθαρός λόγος, αποφασιστικότητα και γνώση. Τα στοιχεία που διακρίνουν τον πιο στενό συνεργάτη διοίκησης και τεχνικού επιτελείου στο «φαινόμενο Ξάνθη». Ο οποίος μιλάει δεν μιλάει και τόσο συχνά.

-Τι κάνει ένας τεχνικός διευθυντής στην Ελλάδα; Κάθε ομάδα σίγουρα έχει διαφορετικό πρόγραμμα, αλλά ποια είναι η δική σου καθημερινότητα κατά την διάρκεια της σεζόν;

«Η δουλειά του τεχνικού διευθυντή είναι full time. Αυτό σημαίνει πως αν θέλεις να κάνεις σωστά την δουλειά σου, είσαι 24 ώρες το 24ωρο πάνω από την ομάδα. Κάθε ομάδα έχει διαφορετική οργάνωση και δομές. Η επίσημη ανακοίνωση όταν ανέλαβα εγώ την ομάδα ήταν πως είμαι υπεύθυνος για όλο το επαγγελματικό τμήμα της αγωνιστικής ομάδας αλλά και της οργάνωσης των ακαδημιών της Ξάνθης. Αυτή ακριβώς είναι και η δουλειά μου. Είμαι υπεύθυνος για όλη την οργάνωση της ΠΑΕ από την πρώτη μέχρι και την τελευταία ομάδα της ακαδημίας. Έχω φυσικά και την υποχρέωση να ενημερώνω τον ιδιοκτήτη και το διοικητικό συμβούλιο για οτιδήποτε συμβαίνει μέσα στην ομάδα».

Ως ποδοσφαιριστής ζεις σε μία φούσκα

-Το 2010 που »κρέμασες» τα παπούτσια σου και ανέλαβες τη θέση, ήσουν έτοιμος για αυτό;

«Όταν είσαι ποδοσφαιριστής, ζεις σε μία άλλη πραγματικότητα. Ζεις σε μία φούσκα η οποία κάποια στιγμή θα σκάσει. Στην δική μου περίπτωση, την »έσκασε» ο κύριος Πανόπουλος. Η νέα πραγματικότητα είναι πώς πρέπει να σηκωθείς στις 08:00 το πρωί και να πας στην δουλειά σου και αυτή είναι η πραγματική ζωή. Ως ποδοσφαιριστής, πηγαίνεις για δύο ώρες στην προπόνηση. Έχεις φυσικά άλλες δυσκολίες και προβλήματα αλλά αυτή δεν είναι η πραγματική ζωή. Εγώ, δύο χρόνια νωρίτερα είχα κάνει μία κουβέντα με τον κύριο Πανόπουλο και με είχε προετοιμάσει για αυτό. Ίσως είχε δει κάτι το οποίο δεν είχα δει εγώ. Με προόριζε όμως για την θέση αυτή.

Έτσι και εγώ με την σειρά μου έκανα διάφορες κινήσεις για να φτιάξω το backround μου και να είμαι έτοιμος για αυτό. Η αλήθεια είναι πως το 2010 όταν μπήκα, δεν είχα καμία σχέση με το διοικητικό κομμάτι, γιατί ο τεχνικός διευθυντής ανήκει στο διοικητικό κομμάτι. Ήταν πάρα πολύ σημαντικό για εμένα ότι ο κύριος Πανόπουλος με στήριξε και στα λάθη μου γιατί ήμουν σε μία ομάδα που την ήξερα, αλλά δεν γνώριζα την δουλειά και την μάθαινα κάθε μέρα. Σίγουρα έγιναν λάθη, μέσα από τα οποία μαθαίνεις, αλλά εκεί είχα και την στήριξη της ομάδας».

-Ποιο είναι το μυστικό για να μείνεις 8 χρόνια σε μία τέτοια θέση στην ίδια ομάδα; Ειδικά όταν μιλάμε για Έλληνες ιδιοκτήτες που είναι ιδιαίτερα απαιτητικοί και παρορμητικοί με το ποδόσφαιρο;

«Σε όλες τις δουλειές υπάρχει ο μήνας του μέλιτος. Εγώ τον δικό μου τον έζησα στην αρχή όπου μάθαινα και την δουλειά. Σίγουρα έγιναν κάποιες σωστές κινήσεις όπως και κάποια λάθη. Αυτό που σε κρατάει είναι η δουλειά και τα αποτελέσματά της. Κακά τα ψέματα… είμαστε επαγγελματίες και κρινόμαστε εκ του αποτελέσματος. Με τα προτερήματά μου και με τα λάθη μου δουλεύω, και από τα αποτελέσματα που φέρνω ο ιδιοκτήτης κρίνει την παραμονή ή την αποχώρησή μου. Φαντάζομαι πως αν δεν υπήρχαν αυτά τα αποτελέσματα όλα αυτά τα χρόνια, όση εμπιστοσύνη και να μου είχαν θα είχα πάει σπίτι μου».

Δεν ψάχνω τους καλύτερους, ψάχνω τους κατάλληλους για την ομάδα μας

-Όλοι εμείς που βλέπουμε την ομάδα από απόσταση και από μακριά, από την Αθήνα, παρακολουθούμε μία ομάδα που αν αναλογιστούμε τους πόρους και το ρόστερ της πετυχαίνει πολλά παραπάνω από όσα ήταν αναμενόμενα. Η Ξάνθη πάει σε τελικούς Κυπέλλου, είναι κοντά στην Ευρώπη, και αυτό είναι αδιαμφισβήτητα επιτυχία. Πώς φτάνετε όμως εκεί;

«Αυτό που βλέπω μετά από τόσα χρόνια στην Ξάνθη και ως πρώην ποδοσφαιριστής αλλά και ως τεχνικός διευθυντής της είναι πως έχει το know how. Αυτό φαντάζομαι πως είναι κάτι που πλήρωσε ακριβά τα πρώτα χρόνια. Αυτή την στιγμή όμως έχει την γνώση και το πληρώνει πιο φθηνά. Είναι φυσικό και κάτι που συμβαίνει σε όλες τις ομάδες. Όταν δεν γνωρίζεις πληρώνεις περισσότερα χρήματα. Όταν ανέλαβα το 2010 βρήκα μία ήδη πολύ οργανωμένη κατάσταση και θεωρώ ότι με την δουλειά μου την ανέπτυξα και άλλο, όπως όφειλα να κάνω για να εξελιχθεί η ομάδα. Η Ξάνθη είναι μία ομάδα που διατηρεί τα οικονομικά της καθαρά γιατί είναι μέσα στην εποχή.

Το 2010 που ξεκίνησε η κρίση η Ξάνθη προχώρησε σε μεγάλες περικοπές στο μπάτζετ, πριν ακόμη τις μεγάλες ομάδες. Αυτό βέβαια οφείλεται στον ιδιοκτήτη που βλέπει το μέλλον και είναι ένα βήμα μπροστά σε σχέση με τους υπόλοιπους, γιατί όταν οι άλλες ομάδες το 2010 ξόδευαν ακόμα πολλά λεφτά η Ξάνθη είχε ηδη προχωρήσει σε μεγάλες περικοπές. Έχουμε λοιπόν οικονομική υγεία, γιατί προετοιμαστήκαμε για αυτήν και έχουμε φυσικά και την »εγγύηση» του Πανόπουλου. Δεν είναι τίποτα τυχαίο γιατί αυτή είναι μία κατάσταση που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια. Υπάρχει οργάνωση, έχουμε το μπατζετ μας νωρίτερα από τις μεταγραφικές περιόδους άρα και τον χρόνο για να δουλέψουμε αλλά και όλη την απαραίτητη προεργασία».

-Τα μπάτζετ παίζουν ποδόσφαιρο;

«Σίγουρα τα μπάτζετ παίζουν ποδόσφαιρο γιατί έχεις μεγαλύτερο εύρος κινήσεων. Δεν ψάχνω να βρω τους καλύτερους παίκτες, καμία ομάδα δεν έχει τους 11 καλύτερους παίκτες, ψάχνω τους κατάλληλους με βάση το μπάτζετ που έχω για να φτιάξω το ιδανικό γκρουπ. Αυτό όμως που θέλουμε να πετύχουμε δεν φτιάχνεται μόνο από τους παίκτες. Η δουλειά του τεχνικού διευθυντή δεν κρίνεται μόνο από τις μεταγραφές έχει την ευθύνη να προτείνει στον ιδιοκτήτη, που έχει πάντα τον τελευταίο λόγο, όλο το προσωπικό . Τον προπονητή τον βοηθό προπονητή, τον γιατρό, τον φυσιοθεραπευτή τον team manager, όποιονδήποτε ανήκει στο γκρουπ της ομάδας. Κρίνεσαι περισσότερο από τον ποδοσφαιριστή επειδή είναι η βιτρίνα, πρέπει όμως μέχρι και το τελευταίο κομμάτι του παζλ να είναι το σωστό».

-Επειδή έχουμε μία λίγο αφηρημένη άποψη για την δουλειά του τεχνικού διευθυντή. Εσύ δεν κάνεις τα ραντεβού με τους προπονητές;

«Μετά τον δεύτερο χρόνο που άρχισα να βρίσκω τα πατήματά μου στην ομάδα ναι».

-Αρα εσύ είσαι που προτείνεις τον εκάστοτε προπονητή στον Πανόπουλο;

«Ναι».

Ήταν το κατάλληλο τάιμινγκ για να έρθει ο Λουτσέσκου

-Τον Λουτσέσκου λοιπόν πώς τον είδες; Μίλησέ μας για αυτό.

«Θα ξεκινήσω από πιο πίσω. Νομίζω πως έχουμε κάνει βήματα προόδου γιατί η Ξάνθη ήταν μία ομάδα που άλλαζε 3-4 προπονητές τον χρόνο και φτάσαμε, τουλάχιστον στα δικά μου χρόνια ως τεχνικός διευθυντής, να έχουμε 4 προπονητές με αρκετά χρόνια ο καθένας στην ομάδα. Αυτό είναι μια εξέλιξη για την ομάδα διότι το να αλλάζεις 4 προπονητές τον χρόνο είναι έγκλημα. Μετά από μια πολύ δύσκολη χρονιά που είχαμε τότε με τα μπαράζ, ήρθε ο κύριος Τσιώλης. Για διάφορους λόγους τον Σεπτέμβριο λύθηκε η συνεργασία μαζί του. Εκείνη την εποχή κάναμε ένα ραντεβού με τον κύριο Ουζουνίδη. για την επιστροφή του στην ομάδα, αλλά οι συνομιλίες μας δεν καρποφόρησαν. Έτσι αποφασίσαμε να προχωρήσουμε στην αναζήτηση ξένου προπονητή.

Με τον κύριο Λουτσέσκου ήταν η κατάλληλη στιγμή για να προχωρήσει η συνεργασία. Έχω δουλέψει με την αγορά της Ρουμανίας, έχω φέρει πολλούς παίκτες απο εκεί στο παρελθόν, και έτσι ήξερα τον κύριο Λουτσέσκου και την δουλειά του από πριν. Είναι μέρος της δουλειάς μου να έχω στην ατζέντα μου προπονητές όπου και αν πηγαίνω. Η Ξάνθη έψαχνε ένα ξένο, φιλόδοξο προπονητή να επενδύσει πάνω του για τα επόμενα 2-3 χρόνια, να προχωρήσει σε αλλαγές. Από την άλλη πλευρά ο Λουτσέσκου έφυγε σε μία κακή συγκυρία από την Πετρορούλ και έψαχνε και ο ίδιος κάτι έξω απο την Ρουμανία. Το θέμα για να έρθει στην Ξάνθη δεν ήταν μόνο οικονομικό. Υπήρχε και το κατάλληλο timing. Κλείσαμε ένα ραντεβού με τον ιδιοκτήτη στην Ελλάδα και από την πρώτη στιγμή φάνηκε η χημεία των δύο ανθρώπων. Ήταν πλέον θέμα ωρών να γίνει η δουλειά».

-Ποια είναι η προεργασία που κάνεις για να πετύχει η δουλειά με έναν προπονητή; Κάνεις πολλά ραντεβού;

«Έχει τύχει με προπονητή να κάνω 5-6 ραντεβού. Όλοι εμπιστευόμαστε κάποιους ανθρώπους σε κάποιες χώρες. Έτσι και εγώ εμπιστεύτηκα δύο ανθρώπους που μου έχτισαν το προφίλ του σαν προπονητή που είχε τα στάνταρ που θέλαμε εμείς. Αν δεν έχεις δουλέψει με κάποιον δεν μπορείς να τα ξέρεις αυτά και εκεί είναι που πρέπει να εμπιστευτείς ανθρώπους που τον γνωρίζουν και έχουν συνεργαστεί μαζί του. Σαν άνθρωπο δεν τον ήξερα αλλά με γοήτευσε κατευθείαν γιατί ταίριαζαν οι απόψεις μας. Αυτό το καταλαβαίνεις και από τα πρώτα ραντεβού. Από την στιγμή που είχαμε ολοκληρωμένη εικόνα γύρω από το προφίλ του και η χημεία του τόσο με τον ιδιοκτήτη όσο και με εμένα ταίριαξε ήταν θέμα λίγων ραντεβού να επισημοποιηθεί η συνεργασία. Δεν είναι όσο εύκολο όσο ακούγεται αλλά μπορεί και να συμβεί».

Με τον Λουτσέσκου είμαστε φίλοι, ο Ράσταβατς δεν έπρεπε να καεί

-Αν πας σε ένα ραντεβού με προπονητή και σε έχουν προϊδεάσει για τα καλύτερα αλλά στο τέλος εσένα δεν σε καλύπτει. Φεύγεις μαγκωμένος; Τον προτείνεις στον ιδιοκτήτη ή θέλεις εσύ να είσαι σίγουρος ότι αυτός είναι ο κατάλληλος;

«Η αλήθεια είναι πως για εμένα ο προπονητής είναι το Α και το Ω. Αν έχεις μέτριο ρόστερ και καλό προπονητή θα πετύχεις. Είναι το κλειδί για να χτίσεις ένα σωστό γκρουπ. Είναι υποχρέωσή μου να έχω στην ατζέντα μου ονόματα προπονητών και να ξέρω το προφίλ αλλά και λεπτομέρειες για αυτούς. Ξέρω τι χρειάζεται η Ξάνθη για να πετύχει και ο δρόμος είναι ένας. Με το γκρουπ και τις συνθήκες που έχουμε πρέπει να βρω έναν προπονητή που να είναι αυτό που η ομάδα χρειάζεται. Για την εποχή εκείνη αυτό ήταν που χρειαζόταν η ομάδα. Το ψάχνω πάρα πολύ με τους προπονητές γιατί η Ξάνθη έχει ανεβάσει ψηλά τον πήχη στο θέμα των προπονητών. Μην ξεχνάτε ότι έχουμε συνεργαστεί με πολύ καλούς προπονητές όπως τον Ουζουνίδη που είναι στο Τσάμπιονς Λιγκ, τον Λουτσέσκου που είναι στον ΠΑΟΚ και τον Ράσταβιτς που ήταν στο Μουντιάλ. Έχουμε απαιτήσεις από τους προπονητές γιατί είναι ψηλά το ταβάνι στην Ξάνθη».

-Έρχεται η ώρα της αλλαγής. Ο Λουτσέσκου θέλει να φύγει και εσύ πρέπει να βρεις τον αντικαταστάτη. Τι έκανες;

«Με τον Λουτσέσκου ξέραμε από τα Χριστούγεννα ότι δεν θα συνεχίσει μαζί μας το επόμενο καλοκαίρι. Άρα είχα χρόνο να ψάξω τον επόμενο προπονητή και μάλιστα συζητήσαμε και αρκετά πράγματα και με τον κύριο Λουτσέσκου».

-Αρα έφυγε με καλές σχέσεις μεταξύ σας;

«Ναι, ο Λουτσέσκου είναι φίλος της ομάδας και όλων μας. Συζητήσαμε πολλά πράγματα μαζί του για την επόμενη μέρα στην ομάδα. Το οποίο είναι το ιδανικό. Υπήρχαν κάποιοι υποψήφιοι προπονητές με τους οποίους έκανα ραντεβού, με άλλους το θέμα ήταν οικονομικό με άλλους δεν ταιριάζαμε. Με τον κύριο Ράσταβατς έγινε μεγάλη προεργασία, έρευνα και πολλά ραντεβού γιατί ήταν ο λιγότερο γνωστός σε σχέση με αυτούς που είχαμε στη λίστα μας. Άρα ήθελε τεράστια προσοχή στην κάθε λεπτομέρεια για να μην τον »κάψεις», μετά τον Λουτσέσκου. Να γίνει ο διαχωρισμός ανάμεσα σε αυτούς τους δύο. Ήθελε τεράστια προσοχή στην δουλειά του Ράσταβατς γιατί ερχόταν στην Ξάνθη στην μετά Λουτσέσκου εποχή. Η δουλειά του όμως δικαιώνει το προφίλ και τις πληροφορίες που είχαμε για αυτόν πριν τον πάρουμε».

-Νιώθεις δικαιωμένος που έχεις αναλάβει αυτό το πόστο και έχεις μείνει στην Ξάνθη τα τελευταία χρόνια;

«Νιώθω δικαιωμένος γιατί η Ξάνθη μου έδωσε την ευκαιρία να κάνω το επόμενο βήμα στην καριέρα μου μετά την καριέρα μου ως ποδοσφαιριστής. Είμαι 22 χρόνια στην Ξάνθη, είναι το σπίτι μου».

Καλό το φαντεζί ποδόσφαιρο, καλύτερα τα αποτελέσματα

-Τι κάνεις σε περίπτωση που φέρνεις ένα προπονητή, η ομάδα παίζει πραγματικά καλά, αλλά δεν φέρνει αποτελέσματα. Τι λες στον εαυτό σου; Πώς το διαχειρίζεσαι όταν ο χρόνος και ο κόσμος πιέζει;

«Όλοι κρινόμαστε από τα αποτελέσματα. Όσο καλό και αν είναι αυτό που βλέπεις αν δεν έχεις τα επιθυμητά αποτελέσματα υπάρχει πρόβλημα. Στα σπορ και στο ποδόσφαιρο το σημαντικότερο πράγμα είναι η ψυχολογία. Αν δεν έχεις ψυχολογία δεν μπορείς να κάνεις τίποτα και η ψυχολογία κρίνεται από τα αποτελέσματα και όχι από το αν παίζεις καλά. Όταν λέμε ότι μια ομάδα παίζει καλά δεν σημαίνει απαραίτητα και ότι έχει πετύχει αυτό που θέλεις να φτιάξεις.

Οι άνθρωποι που βρίσκονται μέσα σε μία ομάδα και βλέπουν ότι υπάρχει μέλλον σε αυτό που συμβαίνει, μπορούν να το περιμένουν. Το να παίζεις όμως ένα καλό, ένα αφελές ποδόσφαιρο για τον φίλαθλο κόσμο, δεν σε πάει μακριά. Είναι πολύ σημαντικό και το τι ζητάς από έναν προπονητή όταν τον φέρνεις στην ομάδα. Αν του ζητήσεις να απολαμβάνει ο κόσμος το θέαμα, ένα καλό ποδόσφαιρο, τότε φταις εσύ που τον επέλεξες και όχι ο προπονητής. Αν όμως θέλεις να πετύχεις ένα συγκεκριμένο στόχο, του τον εξηγήσεις και χωρίς να παίζει ένα καλό ποδόσφαιρο καταφέρνει να φτάσει στον στόχο τότε έχει πετύχει».

-Τι ζήτησες από τον Ράσταβατς όταν τον έφερες;

«Θέλαμε να έχουμε τη συνέχεια της αγωνιστικής ταυτότητας που είχε η ομάδα με τον Λουτσέσκου. Και θεωρώ πως σε ένα μεγάλο βαθμό η ομάδα αυτό πέρυσι το πέτυχε. Μετά από την μεγάλη αλλαγή που είχε η ομάδα γιατί δεν είναι εύκολο να αλλάζεις προπονητή μετά από τρία χρόνια δεν φάνηκε να έχει πρόβλημα βαθμολογικά και  αγωνιστικά. Οπότε πέτυχε γιατί του ζητήσαμε να κάνει την μετάβαση χωρίς αναταραχές».

-Έχεις διαφωνήσει με προπονητές για παίκτες; Πώς αποφασίζετε τί ακριβώς χρειάζεται η ομάδα;

«Κάνουμε ένα μεγάλο μίτινγκ. Το προτέρημα στην δουλειά μου στην Ξάνθη είναι ότι όλα γίνονται νωρίς. Έχουμε αποφασίσει για τον προπονητή νωρίς, έχουμε το μπάτζετ και τον σχεδιασμό μας νωρίτερα, και αυτό μας δίνει τον απαραίτητο χρόνο έτσι ώστε να έχουμε ταχύτητα με μικρότερα συμβόλαια. Γιατί όταν έχεις μικρό μπάτζετ η ταχύτητα είναι απαραίτητη. Όσο αργείς και μπαίνουν περισσότεροι διεκδικητές στους ποδοσφαιριστές σου με παραπάνω χρήματα τα πράγματα περιπλέκονται. Κάνουμε ένα σχεδιασμό με τον προπονητή και βλέπουμε τι χρειαζόμαστε σε θέσεις. Δημιουργούμε ένα προφίλ των ποδοσφαιριστών και ύστερα εγώ έρχομαι σε επαφή με τους ατζέντηδες. Στο τέλος φτάνουν στον προπονητή οι επιλογές κάποιων ποδοσφαιριστών και είτε συμφωνούμε είτε διαφωνούμε κάπου καταλήγουμε. Αλλά αυτή είναι η δουλειά. Αν δεν διαφωνήσεις και δεν τσακωθείς, δεν είσαι παραγωγικός».

-Είσαι δογματικός; Παρεμβαίνεις στη δουλειά του προπονητή;

«Όταν ξεκίνησα ίσως να ήμουν δογματικός αλλά αυτό δεν σε πάει μακριά. Αν επιλέξω έναν ποδοσφαιριστή που δεν θέλει ο προπονητής τότε μπορεί να ικανοποιήσω τον εγωισμό μου αλλά αυτό θα δημιουργήσει πρόβλημα που θα το βρω μπροστά μου. Θέλω να έχω καλή σχέση με τον προπονητή γιατί δουλεύουμε μαζί. Εξαρτάται από το πώς θέλεις να δουλέψεις. Αν παρεμβαίνω; Παρέμβαση είναι να πεις ότι θα παίξει κάποιος στην θέση κάποιου άλλου. Δεν είναι παρέμβαση να βλέπεις κάτι που είναι καλό για το μέλλον της ομάδας σου και να το συζητάς με τον συνεργάτη σου. Αν δεις κάτι το συζητήσεις και διαφωνήσεις με τον προπονητή η ευθύνη είναι σε εκείνον και θα κριθεί για αυτή. Είμαστε εκεί για να παρατηρούμε και να διορθώνουμε ό,τι δεν κάνει καλό στην ομάδα. Ο ιδιοκτήτης πληρώνει τον τεχνικό διευθυντή και τον προπονητή για να είναι εκεί στις προπονήσεις να παρατηρούν και να συνεργάζονται όχι για να κάνουν δημόσιες σχέσεις μεταξύ μας».

-Αν η ομάδα χρειάζεται μεταγραφές αλλά δεν υπάρχει το κατάλληλο μπάτζετ τότε τι συμβαίνει;

«Θα προσαρμοστεί ο προπονητής στην κατάσταση. Αν πιστεύουμε ότι οι μεταγραφές είναι αυτές που θα κάνουν καλό στην ομάδα τότε ακόμη και αν δεν υπάρχει μπάτζετ κανένας πρόεδρος δεν θα πει όχι αν πραγματικά πιστεύει ότι με αυτό τον τρόπο η ομάδα θα πετύχει τους στόχους της. Κανένας ιδιοκτήτης δεν θα κάνει μεταγραφές απλά για να επιβιώσει σε μία κατηγορία. Αν δεν υπάρχει μπάτζετ και παλεύεις για μία υπέρβαση ο ιδιοκτήτης θα σε βοηθήσει. Δεσμεύεσαι όμως για τον στόχο που έχεις βάλει, γιατί ο ίδιος θα έχει διαθέσει χρήματα ανώτερα του μπάτζετ. Αν οι καταστάσεις είναι ξεκάθαρες η λύση θα βρίσκεται. Για αυτό και τονίζω πως είμαστε συνεργάτες, γιατί το ποδόσφαιρο έχει πολλά σκαμπανεβάσματα και η συνεργασία γίνεται απαραίτητη».

-Μέσα στην χρονιά κάνεις ταξίδια πέρα από τις υποχρεώσεις της ομάδας και για να δεις παίκτες και για πολλά άλλα. Δεν σε έχει κουράσει;

«Αυτή είναι η ζωή του τεχνικού διευθυντή. Αν επιλέξω τις δύο σημαντικότερες ασχολίες του τεχνικού διευθυντή τότε η πρώτη είναι σίγουρα οι καλές επιλογές και δεύτερον η διαχείριση. Για να κάνεις καλές επιλογές τα ταξίδια είναι απαραίτητα. Δεν μπορείς να κάνεις τις κατάλληλες επιλογές με μικρή ατζέντα, αυτό κάποια στιγμή θα τελειώσει. Πρέπει να πάρεις το βαλιτσάκι σου και να κάνεις αυτά τα ταξίδια. Εγώ είμαι τυχερός γιατί έχω έναν ιδιοκτήτη που όλα αυτά τα χρόνια μου προσφέρει μπάτζετ για ταξίδια. Καταλαβαίνω πως αυτό δεν γίνεται να το καταφέρουν όλοι γιατί η κατάσταση στη χώρα είναι δύσκολη και τα ταξίδια αυτά είναι έξοδα για μία ομάδα. Τα ταξίδια αυτά είναι μέρος του σκάουτινγκ και αυτό έχει να κάνει με την διαχείριση. Το σκάουτινγκ είναι μια συνεχής συλλογή πληροφοριών τις οποίες χρησιμοποιείς όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή. Είναι αστείο αυτό που νομίζουν οι περισσότεροι Έλληνες παράγοντες, πως με το σκάουτινγκ θα γυρίσεις με τέσσερις ποδοσφαιριστές στην βαλίτσα σου.

Συλλέγεις και χρησιμοποιείς τις πληροφορίες που έχεις την κατάλληλη στιγμή. Για παράδειγμα πέρυσι αποκτήσαμε τον Ματίας Κάστρο. Αν έβλεπες το προφίλ του δεν θα τον έπαιρνες ποτέ στην ομάδα σου. Ήταν ένας ποδοσφαιριστής που είχε κατηφόρα στην καριέρα του, έπαιζε στην β’ κατηγορία Χιλής αλλά είχα κάνει ένα ταξίδι στην Αργεντινή και μου είπαν να τον ξεχάσω γιατί προορίζεται για μεγάλες ομάδες. Εγώ ομως τον σημείωσα για την περίπτωση να υπάρξουν κάποτε οι κατάλληλες συνθήκες. Πέρυσι για κακές επιλογές από την δική του πλευρά, βρέθηκε σε σημείο να βρίσκεται κοντά στο δικό μας μπάτζετ. Του είπα »μπες στο αεροπλάνο και έλα» χωρίς να τον δω, τον ήξερα, τον είχα δει τρία χρόνια πριν. Και αποδείχθηκε πέρυσι για εμάς μια πολύ καλή επιλογή με βάση πάντα και το μπάτζετ μας. Αν δεν τον ήξερα με βάση το προφίλ του δεν θα τον είχα πάρει ποτέ. Σε όλα τα ταξίδια που κάνεις υπάρχει κέρδος, το κέρδος αυτό μπορεί να είναι βραχυπρόθεσμο αλλά μπορεί να είναι και μακροπρόθεσμο».

-Ποιος είναι ο στόχος της Ξάνθης για φέτος; Σύμφωνα με τα δικά σου κριτήρια, το μπάτζετ και το ρόστερ που έχετε φτιάξει.

«Παίζουμε ένα πρωτάθλημα το οποίο θεωρώ ότι θα είναι το ποιο δύσκολο και ανταγωνιστικό των τελευταίων ετών λόγω των αλλαγών που πάνε να συμβούν. Στόχος της ομάδας είναι να κερδίζει κάθε παιχνίδι και στην πορεία της χρονιάς θα δούμε πόσο ψηλά μπορούμε να φτάσουμε. Δεν είναι χρονιά για να βάζουμε στόχους μεγάλους αλλά η Ξάνθη δεν βάζει ποτέ στόχους μικρούς».

Έτοιμος για το επόμενο βήμα στην καριέρα μου

-Είσαι 22 χρόνια στην Ξάνθη. Θα φοβόσουν να κάνεις το επόμενο βήμα;

«Όποιος φοβάται κάθεται σπίτι του. Είμαι πολύ τυχερός γιατί ξεκίνησα να κάνω αυτή την δουλειά σε ένα γνώριμο περιβάλλον το οποίο απορρόφησε τα λάθη μου. Ωστόσο είμαι ξεκάθαρος και στον ιδιοκτήτη και στην ομάδα μου ότι θέλω κάποια στιγμή να κάνω το επόμενο βήμα στην καριέρα μου, σε μια ομάδα μεγαλύτερη από την Ξάνθη. Αυτό είναι ξεκάθαρο. Δεν έχω την πίεση ότι αυτό πρέπει να γίνει μια συγκεκριμένη περίοδο γιατί πρέπει να γίνει σωστά. Αλλά είμαι ξεκάθαρος στο ότι κάνω μια καινούρια καριέρα στην οποία έχω φιλοδοξίες. Δεν με φοβίζει γιατί πιστεύω πολύ στην δουλειά μου. Κανένας δεν εγγυάται την επιτυχία αλλά αν δεν το δοκιμάσεις δεν θα το μάθεις ποτέ. Είμαι από την φύση μου φιλόδοξος και θέλω ό,τι κάνω να το κάνω καλά και θεωρώ ότι κάποια στιγμή θα γίνει και αυτό το βήμα, με τις σωστές συνθήκες».

-Παρακολουθείς ξένους τεχνικούς διευθυντές πώς δουλεύουν; Ξένα κλαμπ; Και παίρνεις απο αυτούς μεθοδολογία και τεχνογνωσία;

«Κορυφαίος του είδους με βάση αυτό που δουλεύω εγώ θεωρώ ότι είναι ο Μόντσι. Το έκανε στην Σεβίλλη, το κάνει στην Ρόμα. Πήρε ένα προπονητή «no name» που τον έκανε να φτάσει την Ρόμα στους 4 του Τσαμπιονς Λιγκ. Παρακαλουθώ την δουλειά του και ελπίζω να κάνω ένα ραντεβού μαζί του. Αυτό το καλοκαίρι αγόρασε ό,τι νεο παίκτη υπήρχε απο τα Βαλκάνια και γενικότερα τις αγορές και είμαι σίγουρος ότι σε μερικά χρόνια θα πωληθούν. Σε αυτό που κάνω εγώ σε άλλη κλίμακα, θεωρώ πως είναι ο καλύτερος που υπάρχει».

– Το περίμενες ότι ύστερα από δέκα αγωνιστικές θα ήταν η Ξάνθη στην 5η θέση;

«Επειδή κρατήσαμε τον περσινό κορμό και με βάση το πρόγραμμα που είχαμε, πίστευα ότι αν εκμεταλλευόμασταν την ομοιογένεια που έχουμε και το πρόγραμμα, θα ήμασταν ψηλά. Νομίζω ότι με εξαίρεση το τελευταίο παιχνίδι με τον Πανιώνιο, που δεν πήραμε το αποτέλεσμα που θέλαμε, εκμεταλλευτήκαμε την ομοιογένεια από πέρυσι, δηλαδή ίδιο κορμό, ίδιο προπονητή, και κατάφερε να είναι ψηλά. Δεν ξεκινήσαμε καλά με τον Παναθηναϊκό. Χάσαμε και αυτό ίσως μας έκανε καλό, μας αφύπνησε για να δούμε κάποια πράγματα διαφορετικά. Μέχρι σήμερα είχαμε διάφορους τραυματισμούς, οι οποίοι δεν είχαν να κάνουν με τον τρόπο προπόνησης, αλλά ήταν σοβαρά περιστατικά. Θεωρώ ότι μέχρι τώρα η ομάδα είναι πάρα πολύ καλά».

– Σε αντίθεση με πέρυσι, θα μπορέσει πιστεύεις η Ξάνθη να τερματίσει στην πεντάδα;

«Εμείς δεν βάζουμε μακροπρόθεσμους στόχους και γι αυτό έχουμε κρατήσει την ισορροπία μας και την ηρεμία μας. Κοιτάζουμε το επόμενο παιχνίδι. Και πέρυσι και τα προηγούμενα χρόνια αυτό κάναμε. Θα δούμε τι θα καταφέρουμε».

Δεν υπάρχει καλλιτέχνης χωρίς κοινό, ούτε γήπεδο χωρίς φιλάθλους

– Πώς καταφέρνει η Ξάνθη και διατηρείται στις υψηλές θέσεις, ενώ πολλοί δεν την πιστεύουν;

«Η Ξάνθη διαχρονικά στηρίζεται σε μια βάση ποδοσφαιριστών, οι οποίοι περνάνε τη φιλοσοφία τους στους νέους που έρχονται ή στα νέα παιδιά από την ακαδημία. Υπάρχουν παιδιά που αγωνίζονται πολλά χρόνια στην ομάδα, όπως ο Φλίσκας, ο Μπαξεβανίδης, ο Λισγάρας, αλλά και ξένοι που μένουν αρκετά χρόνια. Παλαιότερα ήταν ο Βασιλακάκης, ο Λουσέρο… Τώρα έχουμε άλλους όπως ο Ζίβκοβιτς, ο Ντε Λούκας. Ξέρουν τη φιλοσοφία και όσοι έρχονται, αντιλαμβάνονται άμεσα τη φιλοσοφία μας και τη νοοτροπία μας. Παρόλο που οι περισσότεροι μιλάνε για τις μεταγραφές, η δύναμη της ομάδας μας είναι αυτά τα παιδιά που αποτελούν τη βάση μας όλα αυτά τα χρόνια και κρατάνε τις βάσεις».

– Αν ο κόσμος της Ξάνθης στήριζε περισσότερο και πήγαινε στο γήπεδο, η πορεία της ομάδας θα ήταν διαφορετική προς το καλύτερο;

«Θεωρώ τους παίκτες της Ξάνθης τα τελευταία 6-7 χρόνια, πραγματικά ήρωες, γιατί παίζουν σε άδειο γήπεδο. Εγώ επειδή έχω βιώσει το γήπεδο γεμάτο, είναι μεγάλη η βοήθεια και η ώθηση που σου δίνει ο κόσμος. Σε σπρώχνει για να πάρεις το αποτέλεσμα. Το γεγονός ότι οι παίκτες σήμερα βρίσκουν κίνητρο να παίζουν σε άδειο γήπεδο και να νικάνε, τους θεωρώ ήρωες. Δεν υπάρχει γήπεδο χωρίς φιλάθλους, δεν υπάρχει καλλιτέχνης χωρίς το κοινό».

– Ποιοι θεωρείς ότι είναι οι λόγοι που δεν πάει ο κόσμος της Ξάνθης στο γήπεδο;

«Η Ξάνθη έχει φίλαθλο κοινό. Υπάρχει μια μακροχρόνια σχέση των φίλων με την ομάδα. Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Είναι πάντως λυπηρό να προσπαθούμε να κάνουμε κάτι καλό με την ομάδα και να παίζουμε σε άδειο γήπεδο».

– Πολλά χρόνια μετά ορίζονται ξένοι διαιτητές στα ντέρμπι του ελληνικού πρωταθλήματος. Το θεωρείς σωστό; Ποια είναι η άποψή σου για τους Έλληνες διαιτητές;

«Πιστεύω ότι αυτό που γίνεται με τους ξένους διαιτητές δεν αποτελεί λύση, αλλά βοηθά πρόσκαιρα. Πιστεύω ότι η καλύτερη λύση είναι η χρήση του VAR και οι Έλληνες διαιτητές. Απλά θα πρέπει κι αυτοί να μην μας διαψεύδουν. Υπάρχουν παιχνίδια που ο Έλληνας διαιτητής δυστυχώς μας διαψεύδει. Να στηρίξουμε τον Έλληνα διαιτητή αν θέλουμε μακροχρόνια λύση και θεωρώ ότι η λύση δεν είναι ο ξένος διαιτητής, αλλά το VAR».

– Επειδή βρίσκεσαι πολλά χρόνια στο γήπεδα, ποια είναι η άποψή σου για το επίπεδο της Super League;

«Δυστυχώς είμαστε σε μια εποχή κατά την οποία τα οικονομικά δεδομένα δεν είναι τα καλύτερα δυνατά. Υπάρχουν προβλήματα σε όλες τις ομάδες, από τις μικρές μέχρι τις μεγάλες. Αυτό μπορεί να το αντιληφθεί οποιοσδήποτε δουλεύει σε μια ΠΑΕ. Αυτό που βλέπεις και αυτό που περιμένεις, πρέπει να το κρίνεις με βάση τα χρήματα που επενδύονται. Λέω ότι για τα λεφτά που υπάρχουν στο ελληνικό πρωτάθλημα, το επίπεδο είναι μια χαρά. Αν επενδύαμε άλλα λεφτά στο ποδόσφαιρο, θα μπορούσαμε να είχαμε και άλλες απαιτήσεις. Το λέω αυτό από την άποψη ότι θα μπορούσαμε να πάρουμε καλύτερους παίκτες. Την ποιότητα την πληρώνεις στο ποδόσφαιρο. Το θέαμα είναι αξιοπρεπές».

– Τα χρήματα που δόθηκαν εφέτος από το Κράτος αποτέλεσαν μεγάλη ανάσα;

«Ήταν μεγάλο λάθος η διάλυση της Κεντρικής Διαχείρισης. Από τη στιγμή που συνέβη αυτό, αν δεν υπήρχε η λύση των χρημάτων από το Κράτος, δεν θα υπήρχε ελληνικό ποδόσφαιρο, ξεκάθαρο».

Πηγή sport24.gr