Ο Σύλλογος Διδασκόντων του 3ου Γενικού Λυκείου Ξάνθης, μετά την ενημέρωση σχετικά με την προτεινόμενη συστέγαση του 3ου Γυμνασίου Ξάνθης στο ίδιο διδακτήριο με το 3ο ΓΕΛ, εκφράζει ομόφωνα την αρνητική του γνώμη, υπό τις υφιστάμενες συνθήκες και με βάση τα δεδομένα που έχουν τεθεί υπόψη του.
Βασική ανησυχία του Συλλόγου αποτελεί ο συνολικός μαθητικός πληθυσμός, ο οποίος θα ανέρχεται περίπου στους 700 μαθητές. Η ταυτόχρονη παρουσία ενός τόσο μεγάλου αριθμού μαθητών στο ίδιο σχολικό συγκρότημα δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις ως προς την κτιριακή επάρκεια, την ασφάλεια, την εποπτεία, την οργάνωση των μετακινήσεων και τη γενικότερη εύρυθμη λειτουργία του σχολείου. Ιδιαίτερα προβληματικές θεωρούνται η ταυτόχρονη προσέλευση και αποχώρηση, καθώς και η ταυτόχρονη παρουσία των μαθητών στους κοινόχρηστους χώρους και στο προαύλιο κατά τα διαλείμματα. Οι συνθήκες αυτές ενδέχεται να προκαλέσουν συνωστισμό και να καταστήσουν ιδιαίτερα δύσκολη την αποτελεσματική επιτήρηση. Κατά τη χειμερινή περίοδο, μάλιστα, οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες, όπως βροχή και ισχυροί άνεμοι, αυξάνουν τον κίνδυνο ατυχημάτων κατά την προσέλευση και την αποχώρηση.
Παράλληλα, ο Σύλλογος επισημαίνει ότι οι μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου βρίσκονται σε διαφορετικές ηλικιακές και αναπτυξιακές φάσεις και έχουν διαφορετικές παιδαγωγικές και εποπτικές ανάγκες. Η συνύπαρξη μαθητών διαφορετικών ηλικιών και φύλου στους χώρους υγιεινής και στο κυλικείο δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες, λόγω της διαφορετικής σωματικής ανάπτυξης αλλά και του μεγάλου αριθμού μαθητών που θα πρέπει να εξυπηρετούνται ταυτόχρονα.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην υφιστάμενη λειτουργική οργάνωση του 3ου Λυκείου. Το σχολείο λειτουργεί με αίθουσες ανά εκπαιδευτικό, με μετακίνηση των μαθητών μεταξύ των αιθουσών, αξιοποίηση των εργαστηρίων Φυσικής, Χημείας, Βιολογίας και Πληροφορικής, καθώς και χρήση ατομικών φωριαμών. Ο Σύλλογος θεωρεί ότι η οργάνωση αυτή συμβάλλει ουσιαστικά στην ομαλή διεξαγωγή του εκπαιδευτικού έργου και δεν θα πρέπει να περιοριστεί ή να καταργηθεί χωρίς προηγούμενη τεκμηριωμένη μελέτη των συνεπειών.
Επιπλέον, υπάρχουν διαφορετικές ανάγκες στον προγραμματισμό των δύο σχολικών μονάδων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίοδος των ενδοσχολικών εξετάσεων του Λυκείου, η οποία συμπίπτει με περίοδο κανονικής διδασκαλίας στο Γυμνάσιο. Η συστέγαση θα πρέπει, επομένως, να λαμβάνει υπόψη και τέτοιες ιδιαιτερότητες, ώστε να μην επηρεάζεται η ομαλή εκπαιδευτική λειτουργία.
Ο Σύλλογος ζητά πριν από οποιαδήποτε οριστική απόφαση να προηγηθεί λεπτομερής και τεκμηριωμένη εξέταση της καταλληλότητας και ασφάλειας του διδακτηρίου από τις αρμόδιες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Παράλληλα, απαιτείται συγκεκριμένο σχέδιο για την καθημερινή λειτουργία των δύο σχολείων. Το σχέδιο θα πρέπει να καθορίζει τους χώρους αποκλειστικής και κοινής χρήσης, την κατανομή και χρήση του προαυλίου, την οργάνωση των διαλειμμάτων, τις διαδικασίες ασφαλούς προσέλευσης και αποχώρησης, τις εσωτερικές ροές μετακίνησης, την πυρασφάλεια και τη δυνατότητα ασφαλούς εκκένωσης σε περίπτωση σεισμού, πυρκαγιάς ή άλλης φυσικής καταστροφής. Θα πρέπει επίσης να εξεταστούν η επάρκεια αιθουσών, εργαστηρίων και χώρων υγιεινής, η δυνατότητα αποτελεσματικής εποπτείας, η διατήρηση της λειτουργικής οργάνωσης του Λυκείου και η χωροθέτηση των φωριαμών των μαθητών.
Παρά την αρνητική του θέση, ο Σύλλογος καταθέτει εναλλακτικές προτάσεις, με στόχο την εξεύρεση βιώσιμης λύσης. Πρώτη πρόταση είναι να εξεταστεί η δυνατότητα συστέγασης του 3ου Γυμνασίου με άλλη σχολική μονάδα μικρότερου μαθητικού δυναμικού, κατά προτίμηση σε σχολικό συγκρότημα που ήδη φιλοξενεί Γυμνάσιο και βρίσκεται γεωγραφικά κοντά στο 3ο Γυμνάσιο, εφόσον υπάρχουν επαρκείς και κατάλληλοι χώροι. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να μειωθεί σημαντικά ο αριθμός των μαθητών που συνυπάρχουν στο ίδιο κτίριο και να περιοριστούν τα προβλήματα συνωστισμού, εποπτείας και ασφάλειας.
Δεύτερη πρόταση είναι η εξέταση διαφορετικών χρονικών βαρδιών. Θα μπορούσε να εξεταστεί η λειτουργία των δύο σχολικών μονάδων σε διαφορετικές χρονικές ζώνες, ώστε να μειωθεί ο αριθμός των μαθητών που βρίσκονται ταυτόχρονα στο διδακτήριο. Εναλλακτικά, προτείνεται να εξεταστεί η πρωινή λειτουργία του Λυκείου και η απογευματινή λειτουργία του Γυμνασίου, εφόσον αυτό είναι συμβατό με το εκπαιδευτικό και διοικητικό πλαίσιο και δεν υποβαθμίζει την ποιότητα της εκπαίδευσης.
Παράλληλα, ο Σύλλογος ζητά να διερευνηθεί κάθε άλλη πρόσφορη λύση, όπως διαφορετική χωροταξική κατανομή των σχολικών μονάδων γυμνασίων, αξιοποίηση άλλου κατάλληλου διδακτηρίου ή οποιαδήποτε λύση προκύψει από τεκμηριωμένη μελέτη των διαθέσιμων υποδομών και του μαθητικού δυναμικού.
Τέλος, ο Σύλλογος καλεί τις αρμόδιες υπηρεσίες να λάβουν την τελική απόφαση με βασικό κριτήριο τη σωματική και ψυχική ασφάλεια των μαθητών, τόσο στην καθημερινή σχολική ζωή όσο και σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης. Παράλληλα, ζητά να προστατευθεί η συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη των μαθητών, καθώς ένα ιδιαίτερα μεγάλο σχολικό περιβάλλον ενδέχεται να δυσχεράνει τη δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης, συνεργασίας και αίσθησης του ανήκειν. Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να δοθεί και στη διασφάλιση ομαλών συνθηκών εκπαιδευτικής εργασίας για μαθητές και εκπαιδευτικούς, τόσο του Γυμνασίου, που πραγματοποιούν τα πρώτα τους βήματα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όσο και του Λυκείου, οι μαθητές του οποίου προετοιμάζονται για την εισαγωγή στην ανώτατη εκπαίδευση.
Ο Σύλλογος υπογραμμίζει ότι οι εναλλακτικές προτάσεις κατατίθενται εποικοδομητικά και δεν αναιρούν την αρνητική του θέση απέναντι στη συστέγαση περίπου 700 μαθητών στο ίδιο διδακτήριο υπό τις σημερινές συνθήκες. Ζητά, τέλος, όλες οι προτάσεις να εξεταστούν από τους αρμόδιους φορείς πριν από τη λήψη οποιασδήποτε οριστικής απόφασης.
